Κείμενο των σαλταδόρων για τους διωκόμενους και φυλακισμένους απο το κράτος αγωνιστές

 

ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ

 

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ολομέτωπη επίθεση. Νιώθουμε στο πετσί μας την οικονομική αφαίμαξη, την ισοπέδωση μακροχρόνιων κοινωνικών κατακτήσεων, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, τις απολύσεις. Στο όνομα της δημοκρατίας και της σωτηρίας του έθνους οδηγούνται σε εξαθλίωση ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας. Ταυτόχρονα οι διαχειριστές του κεφαλαίου, οι τράπεζες και οι επενδυτικοί οίκοι παρουσιάζουν τεράστια κέρδη και με τη στήριξη του κράτους έχουν επιβάλει μια καθημερινότητα-κόλαση.

Η απάντηση στα παραπάνω υπήρξε άμεση. Χιλιάδες κόσμου κατεβαίνει μαζικά στους δρόμους, διαδηλώνει δυναμικά και συγκρούεται με τις δυνάμεις καταστολής, παρ’ όλη την προσπάθεια εργατοπατέρων και πολιτικάντηδων να εκτονώσουν και να καταστείλουν τη διάχυτη κοινωνική οργή. Μέσα από σωματεία βάσης, συνελεύσεις γειτονιάς, συνεχείς αυτο-οργανωμένες δράσεις, ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας ριζοσπαστικοποιείται, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιεί πως το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης, της ευημερίας και του πλουτισμού αποδείχθηκε απατηλό.

Απέναντι στους κοινωνικούς αγώνες, το κράτος και τα τσιράκια του (μπάτσοι, μμε) αντιπαραβάλουν την καταστολή και την τρομοκρατία. Σε κάθε γωνία υπάρχει αστυνομία. Κυριαρχεί το δόγμα της μηδενικής ανοχής. Πορείες διαλύονται με τόνους χημικά, ξύλο και συλλήψεις αγωνιστών. Το υποτιθέμενο κράτος πρόνοιας είναι ξεκάθαρα πλέον ένα αστυνομικό κράτος με οργουελική οργάνωση. Κάμερες παντού, τρομοκράτηση εργαζομένων, προληπτικές συλλήψεις, ποινικοποίηση φιλικών σχέσεων, επιθέσεις σε στέκια και κοινωνικούς χώρους, τρομονόμοι, σπίλωση αγωνιστών από τα μμε, εξοντωτικές ποινές και εγκλεισμοί στα κολαστήρια που θέλουν να ονομάζουν σωφρονιστικά ιδρύματα. Είναι κάτι παραπάνω από εμφανές πως η κρατική καταστολή στοχεύει σε κάθε κοινωνικό υποκείμενο που αντιστέκεται στην καλπάζουσα βαρβαρότητα. Τα περί πάταξης της εγκληματικότητας και “προστασίας του πολίτη” είναι μόνο για τους αδαείς ή τους εχθρούς μας.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δεκάδες αγωνιστές έγκλειστοι στα κελιά της δημοκρατίας τους και εκατοντάδες άλλοι που διώκονται είτε λόγω μιας γενικότερης συγκρουσιακής πολιτικής δράσης, είτε λόγω αξιοπρεπούς ατομικής επιλογής, είτε επειδή η ενεργή τους συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες τούς έβαλε στο στόχαστρο της κρατικής καταστολής. Επιλογές που τους έφεραν απέναντι στο κράτος, το κεφάλαιο και τους θεσμούς, σε μια εποχή που το καθεστώς οργανώνει τις άμυνες του απέναντι στην κοινωνική/οικονομική κρίση, ψάχνοντας εξιλαστήρια θύματα για τον παραδειγματισμό της κοινωνίας. Σύντροφοι επικηρύσσονται με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και άλλοι έρχονται αντιμέτωποι με τεράστιες εγγυήσεις και εξαντλητικές δίκες.

Απ’ τη μεριά μας στεκόμαστε αλληλέγγυοι σε όσους βρίσκονται αιχμάλωτοι για τις πολιτικές τους επιλογές. Πόσο μάλλον σε μια τέτοια περίοδο κοινωνικής αναταραχής, αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη υλικής στήριξής τους. Επιλέγουμε να μην τους αφήσουμε μόνους. Θα βαδίσουμε μαζί με αυτούς που επιλέγουν το δρόμο για την κοινωνική απελευθέρωση. Μέσα κι έξω απ’ τα κελιά συνεχίζουμε να στεκόμαστε απέναντι στις επιλογές της κυριαρχίας, προτάσσοντας την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα. Για την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια…

 

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΟΙ, ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΜΟΝΟΙ


ΛΕΥΤΕΡΙΑ στους ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ στους ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

 

συνέλευση αναρχικών/αντιεξουσιαστών – “σαλταδόροι”

Κείμενο αλληλεγγύης στον Γ.Δημητράκη απο την συνέλευση αναρχικών-αντιεξουσιαστών “σαλταδόροι”

  Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση της;

    Το πρωινό της 16ης Ιανουαρίου του 2006 ο Γ. Δημητράκης συλλαμβάνεται, βαριά τραυματισμένος από τις σφαίρες των μπάτσων, στο κέντρο της Αθήνας μετά από ληστεία στην εθνική τράπεζα της οδού Σόλωνος. Σύμφωνα με τον οργασμό δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ των ΜΜΕ που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες, συνελήφθη ένα μέλος της περιβόητης “συμμορίας” των ληστών με τα μαύρα. Μια συμμορία δημιούργημα μπάτσων και δημοσιογράφων. Ένα φανταστικό σενάριο που στόχο είχε να εμπλέξει τον συγκεκριμένο και τους 3 καταζητούμενους συντρόφους με το κοινό ποινικο έγκλημα (όπως το αποκαλουν) και με οργανώσεις ένοπλης πάλης. Ένα ποινικό αδίκημα για την αστική τους δικαιοσύνη, που λόγω της πολιτικής δράσης τους, υπάγεται στις διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου. Ο δρόμος άνοιξε, έτσι ώστε να κατηγορηθούν για σωρεία ληστειών σε τράπεζες, με σκοπό τη χρηματοδότηση ένοπλων οργανώσεων. Στη συνέχεια, η ελληνική δικαιοσύνη και συγκεκριμένα ο περιβόητος εισαγγελέας Διώτης (γνωστός για τις ναζιστικές μεθόδους ανάκρισης που χρησιμοποίησε στην υπόθεση του Σάββα Ξηρού) προσπάθησε να ανακρίνει τον συλληφθέντα, κλινήρη και διασωληνωμένο, στην εντατική του νοσοκομείου. Κάπου εκεί ξεκινάει το ταξίδι του συντρόφου στα σοφρωνιστικά κολαστήρια της δημοκρατίας. Τον Ιούνη του '07, τελικά, καταδικάζεται σε 35 χρόνια κάθειρξη για τη συγκεκριμένη ληστεία, καθώς και για απόπειρα ανθρωποκτονίας, με μοναδικό κριτήριο μια σφαίρα που έλειπε απο  τον γεμιστήρα, η οποία δεν βρέθηκε πουθενά στη περιοχή γύρω από τη ληστεία. Αντίθετα, οι μπάτσοι πυροβολώντας μέσα στον κόσμο και περιφρονώντας κάθε ανθρώπινη ζωή λες και ήταν στην “άγρια δύση”, τραυματίζουν και ένα λαχειοπώλη. Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται με την επικήρυξη των 3 “συνεργών” του από τον υπουργό “προστασίας του πολίτη” με το ποσό των 600.000 €. Μια επικήρυξη που έχει διττή σημασία. Αφενός, ξεκινάει ένα κυνήγι κεφαλών, με στόχο να ωθήσει τον καθένα να μπεί στο ρόλο των διωκτικών αρχών (κοινώς χαφιές), πληρωνοντάς τον αδρά για μια σύλληψη. Αφετέρου, διαχωρίζει άτομα λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων, ποινικοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την αναρχική δράση.

Η δουλειά είναι χαρά μόνο για τα αφεντικά.
    Ο θεσμός της μισθωτής εργασίας χρησιμοποιείται για να παράγει κέρδος, το οποίο καρπώνονται οι εκμεταλλευτές, και όχι για να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, όπως έξυπνα ευαγγελίζονται οι ειδικοί (διάφοροι κοινωνιολόγοι, στοχαστές και κρατικοί αξιωματούχοι). Στις μέρες μας πλεόν, η επίθεση κράτους και κεφαλαίου είναι πιο αδυσώπητη από ποτέ, δημιουργώντας στρατιές εξαθλιωμένων που μοιάζουν με δουλοπάροικους από άλλες εποχές. Μπορεί να μην υπάρχουν αλυσωδεμένοι σκλάβοι, όμως υπάρχουν αρκετοί που δουλεύουν μια ζωή σε εξαντλητικούς ρυθμούς. Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε μηχανές παραγωγής κέρδους, κι έτσι αντιμετωπίζονται σαν αναλώσιμα είδη, δουλεύοντας κάτω από άθλιες συνθήκες για ψίχουλα, ρισκάροντας πολλές φορές ακόμα και την ίδια τους τη ζωή. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία, οι νεκροί από “εργατικά ατυχήματα” απο το 2000 εώς το 2008 ανέρχονατι στα 1221 άτομα! Δολοφονίες λόγω έλλειψης μέτρων ασφαλείας. Και όλα αυτά, για να καταφέρουν να αποπληρώσουν τα δάνεια και τις υποχρεώσεις τους. Υποχρεώσεις που έχουν άμεση σχέση με την επιβίωση του καθενός, και ο μόνος τρόπος για να καλυφθούν είναι μέσω συνθηκών, τις οποίες ορίζουν οι αφεντάδες. Σε όλο αυτό το εκμεταλλευτικό σύστημα, οι άνθρωποι αναγκάζονται να υποθηκεύσουν τον ιδρώτα τους σε στυγνούς εκμεταλλευτές που κρύβονται μέσα στους ναούς των τραπεζών.

Η τράπεζα σας κλέβει νόμιμα και γουστάρετε!
    Το τραπεζικό σύστημα έκανε την εμφανισή του με τη συσσώρευση του πλούτου σε κάποιες κοινωνικές ομάδες (έμποροι, εργοστασιάρχες), δίνοντάς τους την ευκαιρία να αποταμιεύουν και να μεγαλώνουν τα κέρδη τους, απλά δανείζοντας χρήματα με την προϋπόθεση να τους επιστραφούν περισσότερα μέσω τόκων. Δηλαδή, ο ρόλος της τράπεζας είναι διαχειριστικός, αφού δεν παράγει κάποιο άμεσο αγαθό για την κοινωνία, αλλά “διανέμει” τον πλούτο πρός όφελος των ιδίων. Οι τράπεζες σήμερα έχουν αναπτυχθεί τόσο, που μπορούν και δανείζουν όχι μόνο σε ιδιώτες αλλά και σε ολόκληρα κράτη. Με πιο πρόσφατο το παράδειγμα της ελλάδας, όπου  οι τράπεζες δάνειζαν στο ελληνικό κράτος, έτσι ώστε να καλύπτεται το έλλειμα και να φαίνεται προς τα έξω ότι όλα λειτουργούν ρολόι. Το σύστημα αυτό κατάφερε, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να έχει την αποδοχή από την κοινωνία, αφού φαντάζει για κάποιους ως ο μοναδικός τρόπος για να εκπληρώσουν τις “ανάγκες” τους. Ανάγκες πλασματικές στην ουσία, οι οποίες κατασκευάζονται καθημερινά απο τις διαφημίσεις, μέσω των ΜΜΕ. Έτσι, εφευρέθηκαν διάφορα είδη δανειών (βλ. διακοποδάνειο, εορτοδάνειο, φοιτητοδάνειο κτλ), για να μπορούν να καλυφθούν τα “θέλω” του καθενός, με σκοπό το ξεζούμισμα όσο το δυνατόν περισσότερων. Η πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου είναι σαν να έχει πάρει ένα δρομολόγιο χωρίς επιστροφή, με προορισμό την ίδια του την καταστροφή. Το ρόλο του οδηγού έχει το κράτος και το κεφάλαιο, ενώ η κινητήρια δύναμη (τροχοι & καύσιμα) είναι το ίδιο το κοινωνικό σύνολο. Στο δρομολόγιο αυτό, κάποιοι επιλέγουν συνειδητά να “αποβιβαστούν” και να μην γίνουν κομμάτι της δολοφονικής αυτής συναίνεσης.

Θα λήστευες μια τράπεζα αν ήσουν αόρατος;
    Η ληστεία μιας τράπεζας, σε κομμάτια της κοινωνίας, φαντάζει ως μια πράξη που δεν σέβεται αυτούς οι οποίοι εργάζονται για να διασφαλίσουν τα προς το ζειν. Αντίθετα όμως, τα δισεκατομμύρια που βρίσκονται στα χρηματοκιβώτια των τραπεζών, δεν ανήκουν σε αυτούς που επέλεξαν να τα αποταμιεύσουν, αλλά είναι ασφαλισμένα και ανήκουν στις τράπεζες. Αυτοί οι οποίοι καταληστεύουν την κοινωνία, δεν βρίσκονται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, αλλά είναι κάθε λογής αφεντικό, ανάλογα με την εξουσία που διαχειρίζεται, και όσοι στρογγυλοκάθονται στα έδρανα της βουλής και στα υπερπολυτελή γραφεία των τραπεζών, απολαμβάνοντας την ασυλία που τους δίνει απλόχερα το κράτος με τους θεσμούς του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποτελέσει εξαίρεση το κράτος με τους δυσβάσταχτους φόρους του; Όσοι επιλέγουν να απαλλοτριώσουν μια τράπεζα, αρνούμενοι να υποταχθούν στις συνθήκες που επιβάλει η μισθωτή εργασία, επανακτούν ένα κομμάτι από τον κλεμμένο πλούτο των τραπεζών. Μια πράξη που θα τους δώσει την ευκαιρία να καθορίσουν αυτοί τη ζωή τους, και όχι να την χαρίσουν απλόχερα στις ορέξεις κάποιου αφεντικού. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και ο Γιάννης Δημητράκης…

   “Όπως ξέρετε και όπως έχει γίνει ήδη γνωστό είμαι αναρχικός. Ως εκ τούτου έχω μια συγκεκριμένη πολιτική θεώρηση και τοποθετώ κι εγώ το ρόλο της τράπεζας ως ιδιαίτερα ένοχο μέσα στη δική μας κοινωνία. Θεωρώ ότι παίζει μεγάλο ρόλο στα οικονομικά δρώμενα. Έχει αναδειχθεί ως σύγχρονος φεουδάρχης, έχει υποδουλώσει την μεγάλη πλειοψηφία των εργατών, οι οποίοι λόγω οικονομικής αδυναμίας αναγκάζονται και προσφεύγουν στις τράπεζες για να βγάλουν τα προς το ζην. […]
    Φυσικά με την πράξη μου δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσα να καταργήσω την ύπαρξη των τραπεζών. Θα ήμουν ηλίθιος ή αιθεροβάμων, αν νόμιζα ότι θα καταργήσω τις τράπεζες με το να ληστέψω εγώ μία. Αυτό είναι αυτονόητο. […]
   Τέθηκε ζήτημα ανιδιοτέλειας και ιδιοτέλειας σε σχέση με τα χρήματα και το τι τα κάνεις. Πιστεύω να έγινε κατανοητό, και αυτό σκόπευα κι εγώ να κάνω, ότι δε είναι ζήτημα πλουτισμού. Είναι σίγουρα άρνηση της εργασίας, όπως διεξάγεται τώρα. Δηλαδή αρνούμαι πραγματικά να φορέσω τέτοια ισόοβια δεσμα. Αρνούμαι να αφήσω τα χρόνια απο τα 20 ως τα 60-65, αρνούμαι να τα αφήσω κάτω από ένα κεφαλαιούχο, κάτω από έναν που θα ορίσει εμένα ως εκμεταλλευόμενο. Φυσικά και δεν υποτιμώ όλη την κοινωνία, η οποία αποδέχεται αυτή την κατάσταση. Εγώ, σαν αναρχικός, αυτοπροσδιορίζομαι μέσα στην κοινωνία και σαν ρόλος: ούτε εκμεταλλευόμενος, ούτε εκμεταλλευτής. […] Θεώρησα ότι η πράξη μου ήταν μια επιθετική ενέργεια σε αυτό το ληστρικό σύστημα. Το θεώρησα ως μία επίθεση. Βέβαια, επίθεση πολύ άνιση απ’ ότι αποδείχθηκε. Τα έβαλα με έναν μηχανισμό που με συνέτριψε στρατιωτικά, γιατί, ψυχικά τουλάχιστον και νοητικά, δεν πρόκειται να με συντρίψει τίποτα. Όσον αφορά το “ιδιοτελής και μη ιδιοτελής πράξη”, μιας και θίχτηκε πολύ. Εγώ θεωρώ, κρίνω και βαπτίζω έτσι την ενέργειά μου, σαν επαναστατική πράξη. […]
   Λέτε εδώ ότι ο ληστής τράπεζας τρομοκρατεί. […] Σίγουρα τους φόβισα τους ανθρώπους, αυτό είναι και το μόνο για το οποίο θα μπορούσα να τους ζητήσω και ένα συγνώμη, όμως είναι το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να εμποδίσεις. Σίγουρα θα ‘θελα να φοβίσω πολύ περισσότερο τους πολιτικούς άρχοντες ή προύχοντες ή την ολιγαρχία αυτής της χώρας κι όχι την κυρία χ ή ψ που εργάζεται στο ταμείο, τον πελάτη, τον πολίτη… Όμως, θα ήθελα να μου δώσουν μια απάντηση σ’ αυτό: μια επίσκεψη ληστών θα τους τρομοκρατούσε τόσο πολύ; ή αν τους ανακοίνωναν ότι απολύονται μετά από 15 χρόνια, όπου δεν θα έχουν καμία σύνταξη, θα πάρουν μια μικρή αποζημίωση και θα πεταχτούν στο καλάθι των αχρήστων; […]
   Κι εν πάση περιπτώσει έιμαι εγώ ο εχθρός της κοινωνίας, εγώ πρέπει να συλληφθώ, να φάω τις σφαίρες, εγώ να είμαι στις φυλακές, εγώ θα πρέπει να επανενταχθώ λές και είμαι ξένο κομμάτι της κοινωνίας.Είμαι ένα μαχόμενο κομμάτι κι έτσι θα παραμείνω.Αυτά σε ότι αφορά τα κίνητρα της ληστείας.
[…] Για μένα η τράπεζα είναι ένα νεφελώδες κατασκεύασμα, απρόσωπο τελείως. Δεν τους ξέρουμε τους κυρίους, δεν τους έχουμε δει ποτέ. Και αν τους δούμε θα έχουν οκτώ σαγόνια και ένα πτερύγιo!”
                                                                                                                         Αποσπάσματα από την απολογία του Γιάννη Δημητράκη

Λευτεριά στον Γιάννη Δημητράκη
Λευτεριά στους Βούτση-Βογιατζή, Στρατηγόπουλο, Bonano
Αλληλεγγύη στους 3 επικηρυγμένους συντρόφους

Δράσεις αλληλεγγύης 

  • Τρίτη  27/4 Μικροφωνική 11:00 πλατεία αγοράς
  • Συγκέντρωση 19:00 και προβολή 21:00 πλατεία Σπλάντζιας 

Προβολή ντοκυμαντέρ “Ληστεία αλά ελληνικά” (σχετικά με την κοινωνική ληστεία στον ελλαδικό χώρο).

  συνέλευση αναρχικών –αντιεξουσιαστών   “σαλταδόροι”

κείμενο των “σαλταδόρων” για τους συλληφθέντες του Ε.Α.

ΤΟΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΧΑΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

Ο χρόνος

Την ώρα που τα όνειρα για κοινωνική ανέλιξη καταρρέουν, την ώρα που το φρούτο της “εθνικής” ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού έχει σαπίσει, την ώρα που τα όνειρα του καταναλωτισμού βυθίζονται μέσα στα χρέη, την ώρα που ο δημοκρατικός διάλογος που προτάσσεται ως η μόνη λύση των κοινωνικών διαμαχών, βρίσκεται σε αδιέξοδο, την ώρα που είναι υποθηκευμένες οι επόμενες γενιές, η πίστη χάνεται και το κράτος πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους ύπαρξής του.

Η εικόνα που είχε κατασκευάσει η κυριαρχία για τον εαυτό της έχει πλέον θρυμματιστεί και το μόνο που απέμεινε είναι η βαρβαρότητα της φτώχειας της εξαθλίωσης, της ανεργίας, του άγριου ανταγωνισμού, της κενότητας των κοινωνικών σχέσεων και της αστυνομικής καταπίεσης. Το μέχρι πρότινος μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και ξεζουμίσματος της εργατικής δύναμης φαίνεται οτι έχει φάει τα ψωμιά του. Η εξουσία προσπαθεί εναγωνίως να επιβάλει τους νέους όρους του κοινωνικού συμβολαίου. Η διασφάλιση της απρόσκοπτης ανάπτυξης του κεφαλαίου, απαιτεί τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων που θα οδηγήσουν σε ιστορικές κοινωνικές ανακατατάξεις με απρόβλεπτες εξελίξεις.

Ήδη όλο και ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια δυσπιστούν απέναντι στην κρατική διαχείριση και συσσωρεύουν οργή για τις συνθήκες διαβίωσης. Μέσα σε αυτή την ιστορική συγκυρία φαίνεται να αναπτύσσεται μια ετερόκλητη κοινωνική δυναμική που είναι έτοιμη να αντισταθεί, να ανταγωνιστεί και να αποτελέσει ενδεχόμενο κίνδυνο για τα καθεστωτικά σχέδια. Ένα δείγμα της άλλωστε γεύτηκε η εξουσία το Δεκέμβρη του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξη από τα κρατικά σκυλιά. Το φυτίλι λοιπόν είναι ήδη αναμμένο και η μπόμπα έτοιμη να εκραγεί. Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση το κράτος απ’ τη μια πλευρά προτάσσει την εθνική ενότητα εναντίον του “εξωτερικού εχθρού”, των ευρωπαίων δανειστών, των τοκογλύφων, των κερδοσκόπων κ.ά. και απ’ την άλλη επιτίθεται εναντίον του “εσωτερικού εχθρού”, του ριζοσπαστικού δηλαδή κομματιού των καταπιεσμένων και όλων των δυνητικά αγωνιζόμενων.

Το σχέδιο λοιπόν είναι έτοιμο για να εφαρμοστεί την κατάλληλη στιγμή. Και ποια είναι αυτή; Μα ποιά άλλη, εκτός από εκείνη την ώρα που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για τους όρους με τους οποίους θα προσδεθεί το ελληνικό κράτος στο άρμα του ΔΝΤ. Τότε διάλεξαν οι κυρίαρχοι, να εξαπολύσουν μια λυσσασμένη επίθεση απέναντι στον αναρχικό αντιεξουσιαστικό χώρο, ως κομμάτι του “εσωτερικού εχθρού”.

Ο τρόπος

Το Σάββατο 10.4.10 έξι αγωνιστές με μακροχρόνια κινηματική δράση, συλλαμβάνονται από τα “λαγωνικά” της αντιτρομοκρατικής και κατηγορούνται για συμμετοχή στην ένοπλη οργάνωση “Επαναστατικός Αγώνας”. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα ξεκινάει ένα δεύτερο γαϊτανάκι τρομοϋστερίας με τις γνώριμες, από την υπόθεση της 17Ν (2002), μεθοδεύσεις της συμμορίας κράτους – μμε – αστυνομίας.

τα μμε

Αναβαθμίζοντας τις τακτικές τους, τα Μέσα Κοινωνικής Χειραγώγησης, ως το δεξί χέρι των μπάτσων, και με βάση σενάρια αστυνομικής φαντασίας και φήμες δικάζουν, λασπολογούν και κατασκευάζουν ενόχους, αλαλάζοντας στα τηλεπαράθυρα. Βαφτίζουν γιάφκες τα σπίτια με καλαμωτές, αναπαράγουν κατασκευασμένες τηλεφωνικές συνομιλίες, που αργότερα αποκαλύπτεται πως είναι ψεύτικες. Χωρίς κανένα έλεος και ντροπή, επιδίδονται σε ένα κυνήγι μαγισσών συκοφαντώντας και διαπομπεύοντας άλλους αγωνιστές, λόγω της πολιτική τους δράσης και των φιλικών/συγγενικών τους σχέσεων. Σπέρνουν τη σύγχυση ανακατεύοντας σενάρια που εμπλέκουν τους συλληφθέντες σε όλες τις ένοπλες οργανώσεις. Παρουσιάζουν ως πειστήριο ενοχής τη γνωριμία που κάποιος μπορεί να είχε με τον δολοφονημένο από το κράτος αγωνιστή Λ. Φούντα.

Δεν είναι απλώς και μόνο τα φερέφωνα του κράτους και της ασφάλειας, τελώντας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Είναι μια κανιβαλιστική μηχανή κατασκευής της θεαματικής πραγματικότητας της νέας Τάξης πραγμάτων.

Οι μπάτσοι

Μπροστά στην αγωνία τους να επαναλάβουν άλλο ένα “θρίαμβο εξάρθρωσης”, τα φυντάνια της ασφάλειας συλλαμβάνουν και διώκουν αγωνιστές με μεθόδους που εγκαινίασαν εντατικά το φθινόπωρο του 2009, με την υπόθεση του Χαλανδρίου. Παρουσιάζουν ως ενοχοποιητικά στοιχεία αποτυπώματα σε λογοτεχνικά και πολιτικά βιβλία, σε χειρόγραφες σημειώσεις και σε κινητά αντικείμενα, καθώς επίσης και σε όργανα γυμναστικής και κειμήλια· ανακαλύπτουν γιάφκες εκεί που υπάρχουν μόνο έπιπλα, βιβλιοθήκες και καναπέδες, ενώ όποιος έτυχε να περάσει από εκεί κυνηγιέται και χαρακτηρίζεται τρομοκράτης· παρακολουθούν αμέτοχοι ασκήσεις σκοποβολής με σκουριασμένες σφαίρες και ισχυρίζονται ότι έχουν βρεθεί πρωτότυπες προκυρήξεις, σχεδιαγράμματα και “ύποπτες” τηλεφωνικές συνομιλίες, στοιχεία τα οποία είναι ωστόσο άφαντα από την δικογραφία· ως άλλος στρατός κατοχής καταλαμβάνουν ολόκληρες γειτονιές (νέα φιλαδέλφια, νέα ιωνία, εξάρχεια κ.ά.), εισβάλλουν σε σπίτια, ανακρίνουν, εκφοβίζουν και τέλος πάνω στον πανικό τους ανακαλύπτουν βόμβες που τελικά αποδεικνύονται βεγγαλικά. Ο αστυνομικός μηχανισμός δεν είναι απλώς και μόνο ο εκτελεστικός βραχίονας της κυριαρχίας. Είναι το οργανικό στοιχείο του νέου ολοκληρωτισμού. Είναι το πανταχού παρών μάτι της εξουσίας, που αναλαμβάνει πλέον τον έλεγχο και την επιτήρηση των κοινωνικών σχέσεων.

Ο σκοπός

Κι όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι τυχαίο. Μέσα στην αναμπουμπούλα της τηλε-δικτατορίας, η εξουσία, διαπραγματεύεται τους όρους δανεισμού από το ΔΝΤ, ετοιμάζει νέα άγρια επίθεση σχετικά με το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό, περνάει καινούριους νόμους για την παιδεία και νομιμοποιεί τη χρήση καμερών σε δημόσιους χώρους. Η σημαντικότερη στόχευση όμως, δεν είναι η αλλαγή της “ατζέντας” στο θεαματικό “δημόσιο διάλογο” και ο αποπροσανατολισμός. Η κυριαρχία επιτίθεται στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο ως κομμάτι που συμμετέχει και συνδιαμορφώνει μέσα στο ευρύτερο κίνημα. Επιχειρώντας να ποινικοποιήσει όχι μόνο την κινηματική δράση του αναρχικού χώρου, αλλά και την ανατρεπτική/ριζοσπαστική σκέψη, η εξουσία προσπαθεί να τον εγκληματοποιήσει απογυμνώνοντάς τον πολιτικά, να τον αποκόψει από τις κοινωνικές του ρίζες και τους δεσμούς που αναπτύσσει με άλλα κοινωνικά κομμάτια, ώστε να μπορέσει να τον καταστείλει. Κι όμως το μήνυμα των διώξεων δεν περιορίζεται μόνο εκεί, αλλά απευθύνεται σε κάθε αγωνιστή (ενεργό ή δυνητικό), σε κάθε πολιτικό χώρο και συλλογικότητα.

Η περίπτωση, μεταξύ πολλών άλλων, της προφυλάκισης του Μάριου Ζ. (πορεία απεργίας 11/03), που τα σαμπουάν μετατρέπονται σε μολότωφ είναι χαρακτηριστική. Και ακόμα, είναι ένα μήνυμα για όλη την κοινωνία, πως η αντικαθεστωτική δράση και σκέψη είναι μάταια και ατελέσφορη. Ταυτόχρονα η θεαματική αυτή επιχείρηση έχει ως στόχο να ανακτήσει το καταρρακωμένο κύρος της κρατικής και αστυνομικής εξουσίας, ως δύναμη διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων. Να νομιμοποιήσει την παρουσία της στις γειτονιές, να εκμαιεύσει τη συναίνεση για να βγαίνουν τα όπλα της και να δολοφονούν (αμέτρητα παραδείγματα δολοφονιών από μπάτσους , με πιο πρόσφατα του Nichola Toddi, 25χρονου εργάτη στις 16/02 και του αναρχικού Λάμπρου Φούντα στις 11/03). Επίσης θέλουν να προωθήσουν την αφομοίωση κοινωνικών τμημάτων στις εξουσιαστικές δομές, καλώντας τους “πολίτες” να συνεργαστούν και να δώσουν πληροφορίες στην αστυνομία, κοινώς να ρουφιανέψουν το διπλανό τους, σαν σύγχρονοι δωσίλογοι, καλλιεργώντας την καχυποψία.

Και ένα κάλεσμα

Το πρώτο κύμα των αντιστάσεων στα “νέα μέτρα” (απεργίες φλεβάρη-μάρτη του 2010), δεν κατάφερε να διαχύσει την κοινωνική αναταραχή. Η προσωρινή ανοχή ευρύτερων κομματιών της κοινωνίας στις μεταρρυθμίσεις, έκανε το αστικο-Δημοκρατικό καθεστώς να πιστέψει, πως ήρθε η ώρα να εξαπολύσει μιας τέτοιας έκτασης επίθεση, που θα καθηλώσει την υπό διαμόρφωση κινηματική κοινωνική δυναμική και θα διακόψει το ενδεχόμενο της ενδυνάμωσής της.

Κι όμως με την έναρξη της επιχείρησης, ήρθαν και οι αντιστάσεις στην τρομοϋστερία. Με συγκεντρώσεις έξω από τα σπίτια που “ερευνούσαν” οι μπάτσοι (πετράλωνα, κυψέλη, εξάρχεια). Με δυναμική παρουσία στα δικαστήρια. Με καταλήψεις στο πολυτεχνείο, στην ΕΣΗΕΑ (αθήνα), στη σχολή δημοσιογραφίας (θεσσαλονίκη), σε τηλεοπτικό σταθμό και στα γραφεία του πασοκ (ηράκλειο), στα γραφεία της εφημερίδας “ταχυδρόμος” (βόλος). Με διαμαρτυρίες ενάντια στην αστυνομοκρατία σε γειτονιές (νέα φιλαδέλφια).

Μπροστά στην περαιτέρω ένταση της εκμετάλλευσης και την υποτίμηση των συνθηκών ζωής, που απαιτούν “εθνική ενότητα” και κοινωνική σταθερότητα, δεν έχουμε να τους χαρίσουμε τίποτε. Προτάσσουμε την όξυνση των κοινωνικών αγώνων, οργισμένα και συνειδητά. Δεν έχουμε καμία αυταπάτη για αυτά που έρχονται και ξέρουμε με ποιους είμαστε στον πόλεμο που διεξάγεται. Καμία συνδιαλλαγή, καμία συναίνεση. Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας. Ο δρόμος το πεδίο δράσης μας.

κράτος και μμε είναι οι τρομοκράτες


αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι*


κάτω τα ξερά σας από τους αγωνιστές


άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων


που κατηγορούνται για την υπόθεση του επαναστατικού αγώνα


*δεν είναι όλοι οι ρουφιάνοι δημοσιογράφοι

συνέλευση αναρχικών -αντιεξουσιαστών "σαλταδόροι"